Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

[Η επανάσταση κοιμάται]

Η επανάσταση κοιμάται
μέσα στον σπόρο της βολής

ταξιδεύει με zaleplon
στα έγκατα του κβαντικού κόσμου
την ακούει να τον καλεί
και ψάχνει να αγγίξει
τα υδαρά της μέλη

τα συμπαρομαρτούντα
τιτιβίζουν στα κλαριά του αιθέρα
θα βρεθούν μια μέρα
τα ενύπνια των οραματιστών
να ξεψαχνίσουν την τελεολογία
και να μοιράσουν καθήκοντα

ταξιδεύει με zaleplon
μήπως και αφουγκραστεί
την αγκαλιά εκείνης
που περνούσε τα πρωινά
μπροστά του
στο μετάνιωμα των τοίχων
και στο γονάτισμα
των πρησμένων ματιών

η επανάσταση κοιμάται
μέσα στον σπόρο της βολής

εκείνος στην έκλειψη
επαφίεται

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Στο δέρμα σου

Στο δέρμα σου ξάπλωσα
μετά από αιώνες κι αιώνες σκοτοδίνης
τριγυρίζοντας με μάτια πρησμένα
και με μια καρδιά ξεφούσκωτη
στο στέρνο μου καρφωμένη μια βελόνα
να στρίβει ολοένα στο πέρασμα του καιρού

μου έδωσες δυο στήθη τεντωμένα
στο ένδοξο μεγαλείο τους
μου κράτησες τα χέρια
και μέσα στα μάτια σου μ' εξύψωσες
τα πόδια σου έβαλες πάνω στα δικά μου
και χορέψαμε πολλές φορές
πριν πλεχτούμε κορμί με κορμί
κάτω από την μωβ κουβέρτα

δεν ήξερα πώς είναι να σε κρατούν
δίχως να υπάρχει αύριο
δεν ήξερα πώς είναι να σε κοιτάζουν
με μια κοιλιά που φλέγεται
δεν ήξερα πώς είναι να κοιμάσαι αγκαλιά
κι η νύχτα να έχει βρει το νόημά της

στο δέρμα σου ξάπλωσα
μετά από αιώνες κι αιώνες
που χάραξαν κοίτες στο κορμί μου
και γίνονται τώρα ποτάμια απ' τα δάκρυά σου
που πέφτουν με κρότο πάνω μου
όταν πονάς και δεν αντέχεις

το κορμί σου έγινε πια η πατρίδα μου
εκείνη που αγαπώ και πάντα έψαχνα
το μαύρο μου πουκάμισο
κουβαριασμένο στην καρέκλα σου
διηγείται λακωνικά την ιστορία μου
μέχρι να σε συναντήσω
σου θυμίζει την δική σου ιστορία
και πώς γίνεται να πονά κανείς τόσο πολύ
και να υπάρχει ακόμα
στην αγκαλιά σου κοιμάμαι και είμαι πια ήσυχος
ήσυχος που έσμιξα με την δική μου εστία
και μπορώ πια να νιώθω τον αέρα να μην πνίγει

με δάκρυα λες ότι μ' αγαπάς
και πως είναι τόσο δύσκολο να συναντήσει κανείς τον ήλιο
πονάς για εκείνα που ξέρεις
πονάς για εκείνα που βλέπεις
πονάς για εκείνα που παλεύεις να ξεχάσεις
κι εγώ πονώ μαζί σου
σου λέω ότι κι εγώ σ' αγαπώ
τις νύχτες και τις μέρες
στις χαρές και στις λύπες
στις ώρες που σε ακουμπώ
και στις ώρες που σε ονειρεύομαι
πονώ και σ' αγαπώ μαζί
λέγοντάς σου πως κι ο ήλιος χτίζεται άμα το θες
χτίζεται όταν δέρμα με δέρμα
πασχίζουμε να γίνουμ' ένα
σου λέω ότι κι εγώ σ' αγαπώ
για να μην το ξεχνάς
όταν μας προφταίνει η ομίχλη

στην αγκαλιά σου ο χειμώνας δεν είναι παγωμένος
κι η βελόνα παύει να στρίβει μέσα στα σπλάχνα
εκεί ο πόνος δεν έχει εξουσία
οι ώρες δεν είναι κελιά
οι λέξεις δεν είναι ξένες
τα πάντα έχουν την καταγωγή και τον σκοπό τους
εσένα

στο δέρμα σου ξάπλωσα
μετά από αιώνες κι αιώνες σκοτοδίνης
τα δάκρυα μετρούν την υπομονή
όσο αναπνέω τα χιλιοστά σου
είναι όλα πια στην θέση τους
σε χαϊδεύω με ανάσες βαριές
με δέχεσαι με χαμόγελο στα κύτταρά σου
κι εγώ δεν κρυώνω
μήτε φοβάμαι άλλο πια

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Βλέμμα στραμμένο σε τοίχο

Μαύρη ομίχλη σκόπιμος μπλε καπνός
τα καρναβάλια οι κλόουν και τα όνειρα
πόσο με πνίγουν

Κλοιός

Κάνοντας τον ήλιο μάθημα
πανάκριβο δώρο να σε βλέπει
χάνοντας εκείνα που ακόμη δεν είχαν βρεθεί
λιμοκτονία κατά συρροή μπρος σε άδεια πύλη
την σάρκα με το κρασί
το παιχνίδι με τις λέξεις
του χωροχρονικού συνεχούς την κάτοψη
τα είχε αγαπήσει όσο τίποτε
γδέρνοντας γεμάτες νύχτες το κορμί του
σε γιορτές ακορντεόν
σχήματα κυβικά όσχεα κινδύνου
γωνιές σπαρακτικές
ιδρώτες τρωτοί παρατημένοι
μια χώρα ήλιος με δαγκωμένα ιδανικά
κι εξωγήινα χέρια επαναστατών
όλοι υπάρχουν σαν κάτι υποθετικό εδώ
εκτός τις κόκκινες κομμένες χορδές
σε μια χαμένη ποίηση γεωμετρική
του τριγμού του σπασμού της ασφυξίας
καθώς μεταμορφωμένος ο ήλιος
αργά-αργά σε φεγγάρι

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Ψυχέλκος

Μέρες μαυρισμένες γύρω άβυσσος — η πόλη στοιβαγμένη
ανάκατα στο αποθηκευμένο μυαλό — το σκοτάδι φίδι τυλιγμένο
πουθενά κρεμασμένο σε άγνωστο λήθαργο
πάθη βαπτισμένα στις ανοιχτές πληγές — σύσσωμη έλξη
ένας πνιγμός φωλιάζει στα ξανά χέρια — σφιχτά λαιμός
αδιάφορες μέρες σαν εκτύπωση ανθρώπου
βάλτος βαθύς ξαπλωμένος στα πόδια των σειρήνων
θόλος άφατος στο παρατεταμένο — μάτια κρίσιμα λέπια
μυρωδιές να ξεχειλίζουν απ' τους τοίχους
η προσευχή βολεύει την υγρασία
αναμενόμενη πρόσπτωση σε ακόρντα απωλείας
η προσευχή εκλιπαρεί την συγχώρεση
κι η απόσταση του ήθους το μέτρημα

(δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό "Θράκα")

Παράσημο

Περπατάει μ' ένα μαχαίρι στο στήθος
καμμιά φορά αυτό βογγά σαν αναπνέει
δακρύζει απ' την λεπίδα αίμα
και βάφει οξύθυμα
το ξεθωριασμένο πουκάμισο
πρόσωπο την στάχτη καπνισμένο
και πόδια πυρωμένα την λάβα
σαν εκδίκηση επιστρέφει ο πόνος
τον τυλίγει και χαμογελά

περπατάει μ' ένα μαχαίρι στο στήθος
που γυαλίζει σαν παράσημο πια
(δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό "Θράκα")

Εξομολόγηση

Είν' άλλο πράμα η αυγή οι καρποί η αγάπη
άλλο πράμα τ' άνθη τα φλογερά
εγώ είμαι το βαθύ μαβί τ' αψέντι
το δηλητήριο το πικρό τ' αχείρωτο
η αχλή που σωρεύεται στα βάθη σου
το άωρο αποτύπωμά σου στην άμμο
η ακύμαντη άβυσσος

είν' άλλο πράμα τα πλεγμένα χέρια των εραστών
κάτι άλλο είμ' εγώ
το θλιμμένο κρούμα του ανέμου
η ακύμαντη άβυσσος

(δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό "Θράκα")

άτιτλο

Vortex
το τέρας που εξύφανε τον θάνατό μας
Vortex
η μνήμη που τεντώθηκε στο κλάσμα
κι έγινε σπείρα λεπτή
στην διαδικασία αποκυκλώσεως
Vortex
το όνομα που έγινε συνώνυμο του θεού
μετέπειτα
Vortex
η κολασμένη λίμνη
που συγχωνεύτηκαν τα αμαρτήματα της κοινότητας
σταχτώθηκαν σε φλόγα
Vortex
τα λεγόμενα μάτια
που βασάνιζαν τα μέλη των ανθρώπων της κοινότητας
καθώς πάλευαν να ξεφύγουν από την αιτιότητα
Vortex
ο συμπαντικός πόλεμος
Vortex
η λήθη που ταρίχευσε τα πλήθη
Vortex
οι αγκαλιές των κραυγών της απωλείας
Vortex
η εναντίωση
η θηριωδία της απολύτρωσης
η αιδώς της συφιλιδικής έπαρσης
το μένος
το τραύμα
Vortex
ο κώδικας της ιστορίας
το βαρβιτουρικό
η σχοινοτενής πρέζα του ιερατείου
η εξουσιαστική αναρχία του Κόσμος
Vortex
τα φιλιά που δεν πρόλαβαν να δοθούν
πριν την επάλειψη της καταστροφής στην συλλογική μοίρα
η μήτρα της κοινότητας που διεστάλη και διεθλάσθη
η μητέρα της ανθρώπινης τραγωδίας
Vortex
ο εωσφόρος κόκορας των εκρήξεων
η λαγνεία
ο εκφυλισμός
το λάθος
η ανακυκλωτική φάση της ανθρωπόρροιας
Vortex
ο εραστής
η ερωμένη
το οργασμικό λάκτισμα του Ουρανού και της Χθονός
Vortex
το Όνομά Του


(δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό "Φτερά Χήνας")

άτιτλο

Μνήμη ο βυθός
στάζει στην σκιά λήθη

φτιαγμένη από ηλεκτρικά κυκλώματα
συνήχηση
γδούπος
και ρόγχος

υπήρξαν μάτια στα δάκρυα
αγχωτικός εμβρασμός
η πηγή και το λάστιχο

η φωτιά καίει πάντα μετά τα χαράματα
όπου ενοικούν αγωνιώδεις ριπές
δεκατετραδιάστατες επιληψίες
ψευδαισθήσεις

συστήματα αυτοματοποιημένου ελέγχου
σωληνάκια σταγμένο αίμα
στυγνό ντεκόρ

αν θυμάται η προσευχή ματώνει
ο θεός ονειρεύεται
ο θεός εξελίσσεται
ο θεός είναι κομπιούτερ


(δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό "Φτερά Χήνας")

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

κολάζ

Στιγμή που στεκόταν - κοιτούσε μ' έναν γκρι κρόταφο
το τεθλασμένο του ομοίωμα
ο παλιός καθρέφτης έχασκε στην ξεφτισμένη του γωνιά
δυο-τρία τσιγάρα η απομακρυσμένη του σκέψη
κι ένα παράθυρο στην πιο κοντινή ανοίκεια διάσταση
στιγμή μιλώντας τον χρόνο που στέγνωνε
μέσα στα διάτρητα χέρια κι έτρεχε κίτρινη άμμος
συνήχηση που διέρρεε στα τρεμάμενα πόδια
δίχως εκείνα τα πολυπόθητα κεκλιμένα περιθώρια
χωρίς το μήκος και το πλάτος οίηση να ξεμακραίνουν
κάτι απείρατο ξέφευγε - η οξεία γωνία της οντότητάς του

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

2 ποιήματα χωρίς τίτλο

Πανωφόρι πέτσινο σε λάθος χαρτί παρατημένο
ποιο άραγε ύφος σε οδήγησε σ' αυτήν εδώ την χώρα
λαμνοκοπάς ράθυμο βάρκα - φάντασμα ερέβους
και βήχεις κάθε τόσο σαν άγουρο άγγιγμα
πιο βαθιά από την σκοτεινιά σου
όχι θάλασσα

***

Σ' ένα τραπέζι κομμάτια κρέας
φλέβα αιμορροούσα ομπρέλα ψάθινη
γάντια στεγνά κάτ' άπ' τον ήλιο
ξεχνάς να θυμάσαι
στο καθημερινό μεθύσι μιας ζωής
τροφή κάποιου θηρίου ταγμένος
τι να 'σαι άραγε
μικρέ νάνε περιπετειώδη
σύντριμμα - απόβλητο - πρόβλημα - θλίψη
μια σύνθλιψη ίσως μεγαλειώδους εαυτού
απόηχος συμφωνικής αρμονίας

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

έκκληση μετώπου

Το φως καίει μέσα στην νύχτα
κάνεις πως δεν ακούς
οι ήχοι βλασταίνουν σαν εκρήξεις
και τα χρώματα βαφτίζουν στην σκόνη
τα κύτταρα μιας άλλης ευχής

ο χρόνος αποκοιμιέται στην άκρη
σαν να μην έχει μια στάλα ανάσας
για να σπαταλήσει
το ύστερα πλαντάζει με βήματα γρήγορα
να φθάσει πριν την αυγή
οι ώρες μακριά από την λύτρωση
αιώνες φαντάζουν

ένα χαμόγελο κροτάλισε κάπου σαν πολυβόλο
σαν μνήμη που έσκασε στα χέρια
σαν ώριμο ζευγάρωμα στο ξέφωτο
σαν βλέμμα που μετρήθηκε με το άπειρο

κι αν είμαι νεκρός
μην με ξεχάσεις
μέσα στην σκόνη και την στάχτη
τα μάτια καρφωμένα στην κόγχη
στο λειψό αναπάλεμα του ήλιου
στον ορφανό ιδρώτα
στα χωμάτινα αγγίγματα μακριά σου

τα μάτια πάνω σου καρφωμένα
εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά
με ένα λυγμό
και μια αστραφτερή λύπη στα χείλη
που στάζουν την ξηρασία
στο μέτωπό σου
ενώ πασχίζεις να κουβαλήσεις
ένα κιβώτιο ροδάκινα

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

μικρά μεγάλα 10

Μαθαίνω να μιλώ πάλι απ' την αρχή. σταματάς να με διακόπτεις και μετά κόβεις τα χέρια μου ξανά. έχω ξεχάσει να είμαι αυτός που ήμουν. το κρύο με γυρίζει πίσω, στον καιρό που φυλούσα - ένας θεός ξέρει τι - πάνω σε κάποιο μακρινό βουνό. εκεί όπου μπορούσα να βρω ένα πραγματικό όπλο για να στοχεύσω τον αέρα. το οξυγόνο στραγγίζει κάθε φορά που κοιτάζω το λασπωμένο χώμα. είναι το χώμα που μου θυμίζει πόσο μου άρεσε να παίζω μικρός με τις πέτρες - εκείνες τις πέτρες που μου μιλούσαν - και να τις στοιβάζω μία - μία δίπλα στον τοίχο, κάτω από τις σκάλες ή στην πίσω αυλή, που κάποτε είχα πέσει απ' το μονόζυγο και μου είχε κοπεί η ανάσα. θα μπορούσα να μην ξανανασάνω: υπογραμμίζω κι αυτή την αρκετά ισχυρή πιθανότητα. τώρα που ξανάρχονται οι φράσεις και οι συνάψεις του εγκεφάλου διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα, νομίζω πως μπορώ να βάλω τις αναμνήσεις σε σειρά. εσύ πια δεν με διακόπτεις, ούτε μου βάζεις τις φωνές για το πόσο αφελής μπορώ να γίνω. μεγάλωσα και είμαι πιο κουρασμένος. άλλες φορές λυπάμαι που δεν μπορώ να κλάψω, γιατί δεν μπορώ να ακούσω τις πέτρες να μου μιλάνε όπως τότε. ούτε όπλο κρατάω πια, για να παίζω με τον ουρανό κι εκείνος, όταν θυμώνει, να ρίχνει πάνω μου πικρό νερό. κραδαίνω τις όμορφές μου λέξεις, μα δεν μπορώ να κάνω τα μαγικά που έκανα τότε. εσύ, είσαι τώρα πια μια σκιά και σκέφτομαι, πως είναι η σειρά μου να με στοιβάξουν οι πέτρες δίπλα στον τοίχο, κάτω από τις σκάλες ή στην πίσω αυλή, που κάποτε είχα πέσει απ' το μονόζυγο και μου είχε κοπεί η ανάσα.

άτιτλο

Χαρισμένα μάτια 
να βλέπω τα ύψη και τα βάθη 
κάθε ανάσας
όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες
στο πλάτος σου ενοικώ
εναργής και φλογερός
αποκαθαίρομαι